βαδιστής

ο (Α βαδιστής) [βαδίζω]
αυτός που βαδίζει, ο πεζοπόρος
νεοελλ.
ο αθλητής ή όποιος ασχολείται με το άθλημα του βαδίσματος, με το βάδην.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαδιστής — goer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαδιστής — ο θηλ. βαδίστρια ο αθλητής του αγωνίσματος «βάδην», ο πεζοπόρος: Οι βαδιστές της Εθνικής μας ομάδας είναι εξαιρετικοί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαδισταί — βαδιστής goer masc nom/voc pl βαδιστός that can be passed on foot fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαδιστήν — βαδιστής goer masc acc sg (attic epic ionic) βαδιστός that can be passed on foot fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαδιστά — βαδιστά̱ , βαδιστής goer masc nom/voc/acc dual βαδιστής goer masc voc sg βαδιστής goer masc nom sg (epic) βαδιστός that can be passed on foot neut nom/voc/acc pl βαδιστά̱ , βαδιστός that can be passed on foot fem nom/voc/acc dual βαδιστά̱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BADISSARE tolutim — apud Plautum, in Asin. Actu 3. sc. 3. v. 117. a Graeco βαδίζειν, de equis tolutariis et asturconibus dicitur, quorum mollis et ad delicias composita vecture, qualem exhibent cum magna sedentium commoditate ac voluptate, nota. De his enim Graeci… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βαδιστικός — ή, ό (Α βαδιστικός, ή, όν) [βαδιστής] αυτός που έχει την ικανότητα να βαδίζει νεοελλ. 1. ο σχετικός με το «βάδισμα» 2. φρ. «ευθύς βαδιστικά» (ο όρος αποδίδεται στους νεοσσούς πτηνών) που μπορούν να βαδίσουν αμέσως μετά την εκκόλαψη …   Dictionary of Greek

  • βαδιστέ' — βαδιστέα , βαδιστέον one must walk neut nom/voc/acc pl βαδιστέε , βαδιστέον one must walk masc voc sg βαδιστέαι , βαδιστέον one must walk fem nom/voc pl βαδιστέᾱͅ , βαδιστέον one must walk fem dat sg (attic doric aeolic) βαδιστέα , βαδιστέος neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαδιστέα — βαδιστέον one must walk neut nom/voc/acc pl βαδιστέᾱ , βαδιστέον one must walk fem nom/voc/acc dual βαδιστέᾱ , βαδιστέον one must walk fem nom/voc sg (attic doric aeolic) βαδιστέος neut nom/voc/acc pl βαδιστής goer masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.